Ένα απόβραδο (одним вечером), στην άκρη ενός δρόμου μακρινού (в конце дороги длинной), ξεχώρισαν από μακριά ένα φωτάκι να τρεμοσβήνει (различили издалека огонёк, /который/ мигал; τρεμοσβήνω – мигать; едва теплиться).
Πηγαίνανε μήνες, χρόνια, πηγαίνανε, πηγαίνανε…
Αρχίσανε να λιώνουνε τα ρούχα της, να σκίζονται τα ποδήματά της και να ματώνουνε τα ποδάρια της.
Ένα απόβραδο, στην άκρη ενός δρόμου μακρινού, ξεχώρισαν από μακριά ένα φωτάκι να τρεμοσβήνει.
«Εκεί θα πάω» (туда пойду), συλλογίστηκε τότε η βασιλοπούλα (подумала тогда царевна), «δεν αντέχω άλλο πια, απόκανα… (не выдержу что-либо больше, устала) Θα χτυπήσω σ' εκείνο το σπίτι με το φως (постучу в этот дом со светом), κι όταν θα φέξει η μέρα ξανά (и когда засветится день снова; φέγγω – светить, сиять; безл.: светает), θα δω τι θα κάνω…» (увижу, что делать)
Εκεί που πήγαινε (туда пошла) και κόντευε να φτάσει στο σπίτι (и почти дошла до дома; κοντεύω – приближаться, наступать; чуть было не сделать что-л.), πρώτος πέταξε και κάθισε στη σκεπή του ο αετός (первый прилетел и сел на крышу его /дома/ орёл).
«Εκεί θα πάω», συλλογίστηκε τότε η βασιλοπούλα, «δεν αντέχω άλλο πια, απόκαμα… Θα χτυπήσω σ' εκείνο το σπίτι με το φως, κι όταν θα φέξει η μέρα ξανά, θα δω τι θα κάνω… »
Εκεί που πήγαινε και κόντευε να φτάσει στο σπίτι, πρώτος πέταξε και κάθισε στη σκεπή του ο αετός.
«Α», στοχάστηκε η βασιλοπούλα (А, – рассудила царевна), «για να πάει πρώτα ο αετός (если сначала летит орёл) θα πει πως είναι καλά εκεί (значит, что хорошо там; θα πει – значит). Ας πάω κι εγώ (пойду-ка и я)…»
Πηγαίνει, βλέπει μια βαριά σιδερένια αυλόπορτα (идёт, видит тяжёлые железные ворота) κι από μέσα ένο ωραίο σπίτι (и внутри красивый дом). Χτυπάει την πόρτα (стучит в дверь) και της ανοίγει ένας σκύλος (и ей открывает пёс) που 'σερνε μια αλυσίδα δεμένη στο ποδάρι του (который тащил цепь, привязанную к лапе его) και της κάνει τόπο να περάσει (и ей делает = даёт место, чтобы пройти).
«Α», στοχάστηκε η βασιλοπούλα, «για να πάει πρώτα ο αετός θα πει πως είναι καλά εκεί. Ας πάω κι εγώ… »
Πηγαίνει, βλέπει μια βαριά σιδερένια αυλόπορτα κι από μέσα ένο ωραίο σπίτι. Χτυπάει την πόρτα και της ανοίγει ένας σκύλος που 'σερνε μια αλυσίδα δεμένη στο ποδάρι του και της κάνει τόπο να περάσει.
Προχώραγε μπροστά ο σκύλος (шёл вперёд пёс), άνοιγε τις πόρτες (открывал двери) και της έδειχνε το ένο δωμάτιο μετά το άλλο (и ей показывал одну комнату за другой). Φτάσανε σε μια ωραία τραπεζαρία (пришли в красивую столовую; το τραπέζι – стол). Ευθύς της παρουσιάζει ένα τραπέζι (тотчас ей показывает стол; παρουσιάζω – предъявлять; представлять) στρωμένο με ωραία φαγητά και γλυκίσματα (накрытый красивой едой и сладостями).
Προχώραγε μπροστά ο σκύλος, άνοιγε τις πόρτες και της έδειχνε το ένο δωμάτιο μετά το άλλο. Φτάσανε σε μια ωραία τραπεζαρία. Ευθύς της παρουσιάζει ένα τραπέζι στρωμένο με ωραία φαγητά και γλυκίσματα.
Αφού έφαγε και ξεκουράστηκε (когда /она/ поела и отдохнула), ο σκύλος άρχισε να τρίβεται στο πόδια της (пёс начал тереться у ног её) και να της λέει με λαλιά ανθρώπινη (и ей говорить голосом человеческим):
– Μ' αγαπάς, καλή μου; (меня любишь, милая моя?)
– Σ' αγαπώ, σα σκυλάκι που είσαι! (тебя люблю, как /в качестве/ собачку, которая /ты/ есть = которой ты являешься)
Το πρωί εκείνη ξύπνησε παραξενεμένη (утром она проснулась удивлённая; παραξενεύομαι; παράξενος – странный, удивительный), σε μια κάμαρη ωραία (в комнате красивой), μ' όλο της τα καλά στο τραπέζι (со всем ей хорошим на столе = со столом, накрытым для неё всякой вкусной едой), κι ο αετός πετούσε πάντα πάνω από το σπίτι (и орёл летал всегда над домом). Έβγαινε αυτή στον κήπο (вышла она в сад), έβγαινε στο μπαλκόνι (вышла на балкон), από πάνω ο αετός (сверху орёл).
Αφού έφαγε και ξεκουράστηκε, ο σκύλος άρχισε να τρίβεται στο πόδια της και να της λέει με λαλιά ανθρώπινη:
Μ' αγαπάς, καλή μου;
Σ' αγαπώ, σα σκυλάκι που είσαι!
Το πρωί εκείνη ξύπνησε παραξενεμένη, σε μια κάμαρη ωραία, μ' όλο της τα καλά στο τραπέζι, κι ο αετός πετούσε πάντα πάνω από το σπίτι. Έβγαινε αυτή στον κήπο, έβγαινε στο μπαλκόνι, από πάνω ο αετός.
Έμεινε, το λοιπόν, εκεί (осталась, итак, там).
– Μ' αγαπάς, καλή μου; (меня любишь, милая моя?)
– Σα σκυλάκι που είσαι (как собачку, которой /ты/ являешься), του αποκρινόταν (ему отвечала).
Το χάιδευε κι έφευγε (его приласкала, и /он/ убежал).
Περάσανε έξι και εφτά μήνες μ' αυτή τη ζωή (прошли шесть и семь месяцев с этой жизнью = такой жизни). Η βασιλοπούλα ήταν ευτυχισμένη (царевна была счастливая; η ευτυχία – счастье), μόνο που ένιωθε μοναξιά (только вот чувствовала одиночество). Ένα βράδυ (/однажды/ вечером) που καθόταν στην κάμαρη της και διάβαζε (когда сидела в комнате своей и читала), ακούει από μακριά (слышит издалека), πολύ μακριά (очень издалека), μια φωνή να της λέει (/как/ голос ей говорит):
Έμεινε, το λοιπόν, εκεί.
Μ' αγαπάς, καλή μου;
Σα σκυλάκι που είσαι, του αποκρινόταν. Το χάιδευε κι έφευγε.